Η Μουσική στον Μεσαίωνα

200px-Landini

Δεν είναι ακριβής ο προσδιορισμός των χρονικών της ορίων, αλλά το σίγουρο είναι ότι τελειώνει στην αρχή της Αναγέννησης.

Πρώιμη Εποχή:

Στην πρώιμη εποχή της η λειτουργική μουσική της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, ονομάστηκε Γρηγοριανό Μέλος, που πήρε το όνομα της από τον Γρηγόριο τον Α’, ο οποίος υπήρξε επίσκοπος Ρώμης και είχε μελετήσει την Ελληνική μουσική όταν βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Κωδικοποίησε τους ύμνους της Λειτουργίας, σύμφωνα με το εορτολόγιο της Ρωμαϊκής Καθολικής Εκκλησίας και όρισε αυτούς που θα έπρεπε να ψάλλονται σε όλες τις εκκλησίες, καταρτίζοντας έτσι το τυπικό που καθόριζε το ύφος της εκκλησιαστικής μουσικής. Από το όνομα του, το σύνολο των ύμνων που θεωρήθηκαν κατάλληλοι για τη λειτουργική μουσική της Δυτικής Εκκλησίας ονομάστηκε Γρηγοριανό Μέλος και την εξάπλωση του ανέλαβαν οι Βενεδικτίνοι μοναχοί. Του Γρηγοριανού Μέλους είχε προηγηθεί το Αμβροσιανό Μέλος, όπου ο Αμβρόσιος, πάπας του Μιλάνου, προσπαθούσε να βάλει τάξη στην αναρχία των ύμνων που χρησιμοποιούσε η Δυτική Εκκλησία, καθόρισε τη χρήση τεσσάρων τρόπων (κλιμάκων) καθώς και τους ύμνους που θα έπρεπε να ψάλλονται. Στο τέλος του 6ου αιώνα ο Πάπας Γρηγόριος αναθεώρησε και πάλι το σύνολο των μελωδιών που χρησιμοποιούσε η Καθολική Εκκλησία και καθόρισε ποιες ακριβώς μελωδίες θα ψάλλονται και σε ποιο σημείο της λειτουργίας.

Η μουσική του Γρηγοριανού Μέλους είναι μονοφωνική, χωρίς κανονικό μέτρο, αλλά ακολουθεί το ρυθμό των λέξεων, οι οποίες πολύ συχνά είναι από τη Βίβλο και ιδίως από τους Ψαλμούς. Το Γρηγοριανό Μέλος τραγουδιέται από χορωδία και από σολίστες, με εναλλαγή σολίστ και χορωδίας ή και με εναλλαγή ημιχορίων.

Στη Μονοφωνία, κυριαρχεί βασικά μία μελωδική γραμμή (Μία μελωδία = Μια φωνή = Μονοφωνία). Στη μονοφωνία η ίδια ακριβώς μελωδία τραγουδιέται από έναν ή περισσότερους εκτελεστές ταυτόχρονα.

Όλη αυτή η περίοδος της Μονοφωνίας, συνοδεύεται από τον πόλεμο της Εκκλησίας ενάντια στα μουσικά όργανα τα οποία οι ιερείς θεωρούν απαράδεκτα για την υμνωδία, ενώ η απλή ανθρώπινη φωνή θεωρείται ως η πιο κατάλληλη. Τον 9ο αιώνα όμως, καταφέρνει να εισαχθεί το Εκκλησιαστικό όργανο στους ναούς των Ρωμαιοκαθολικών.

Η εξοικείωση του ανθρώπου με το άκουσμα πάνω από έναν ήχων ταυτόχρονα από μουσικά όργανα όπως ο Δίαυλος, ο Άσκαυλος κ.ά., θα τον οδηγούσε στην εξερεύνηση των συνηχητικών δυνατοτήτων με χρήση της ανθρώπινης φωνής. Η γέννηση της πολυφωνίας δεν ορίζεται ακριβώς, καθώς δύο ή τρεις αιώνες πριν, στοιχεία πολυφωνίας εμφανίζονταν σε χορωδιακά έργα είτε από άγνοια είτε από την ανάγκη κάποιας εκλέπτυνσης της ταυτοφωνίας.

Κατά το τέλος του 9ου αιώνα, βρίσκουμε την πρώτη πολυφωνία στη μορφή του Όργκανουμ (organum)του οποίου εφευρέτης υπήρξε ο Λεονέν και σπουδαίος συνεχιστής του με τον οποίο το Όργκανουμ βρέθηκε στην ακμή του, ο Περοτέν. Σ’αυτό μια μελωδία συνοδεύει το λειτουργικό μέλος (δηλ. μια μελωδία του Γρηγοριανού Μέλους) νότα προς νότα στην υποκείμενη φωνή, κωδικοποιημένη για πρώτη φορά μέσα στο έργο Musica Enchiriadis (Ανωνύμου), που αποδιδόταν λανθασμένα μέχρι πρόσφατα στον Μοναχό Χούκμπαλντ του Αγίου Αμάνδου στο Τουρναί του Βελγίου. Στα 1030 μ.Χ., ο Ιταλός Γκουίντο ντ’ Αρέτσο (990-1050 μ.Χ.) δίνει τα ονόματα στους φθόγγους της κλίμακας παίρνοντας τις αρχικές συλλαβές των πρώτων ημιστιχίων του ύμνου Ut queant laxis resonare Fibris: Ut queant laxis/Resonare Fibris/Mira gestorum/Famuli tuorum/Solve polluti/Labii reatum/Sancta Joannes.

Μετά το όργκανουμ, η εξέλιξη στην πολυφωνία έρχεται με το Ντισκάντους, που είναι ένα όργκανουμ που στολίζει όμως το λειτουργικό μέλος στην επάνω φωνή πιο «έξυπνα» από το απλό όργκανουμ και με αντίθετη κίνηση. Ακολουθεί το Μοτέτο όπου επάνω από το λειτουργικό μέλος προστίθενται δύο ή τρεις φωνές που ξετυλίγονται ακολουθώντας η κάθε μία διαφορετικό κείμενο με διαφορετική υπόθεση. Το Κοντούκτους είναι κάτι ανάλογο με το Μοτέτο, μόνο που δεν υπάρχει η υποχρέωση για την ύπαρξη μιας λειτουργικής μελωδίας. Στην Αγγλία παρουσιάζεται το Γκύμελ που είναι τραγούδι για δύο φωνές που κινούνται σε αποστάσεις τρίτης. Το Ψεύτικο Βάσιμο προήλθε από το Γκύμελ και ήταν έργο για 3 φωνές.

Μέση Περίοδος:

Σχολή της Παναγίας των Παρισίων:

Σ’ αυτήν ανήκει η δημιουργία ενός συστήματος κανόνων επάνω στις υπάρχουσες μορφές πολυφωνίας, καθώς και ένα σύνολο από νέες κατακτήσεις. Κύριοι αντιπρόσωποι είναι ο Λεονέν, οργανίστας στην Παναγία των Παρισίων μέχρι τα τέλη του 12ου αιώνα ο οποίος ξεφεύγει από τα δεσμά του Γρηγοριανού μέλους, εφαρμόζει την αντίθετη κίνηση των φωνών και μετατρέπει το όργκανουμ σε έργο τέχνης και ο Περοτέν ο Μέγας που ήταν μαθητής του πρώτου. Ο Περοτέν, εισάγει τη μίμηση, το χρωματικό ύφος, προσπάθησε να τελειοποιήσει τη σημειογραφία καθορίζοντας και τη διάρκεια των φθόγγων που χρησιμοποιούσε.

Τροβαδούροι και Τρουβέροι:

Οι τροβαδούροι ήταν ευγενείς και μορφωμένοι, κυρίως ιππότες, τραγουδιστές, λυρικοί ποιητές και μουσικοί, που έζησαν γύρω στον 11ο αιώνα στη Μεσημβρινή Γαλλία, νότια του Λίγηρα ποταμού και ιδιαίτερα στην Προβηγκία. Η ονομασία τους προήλθε από το ρήμα trouvar-trobar, δηλαδή βρίσκω, εφευρίσκω, επινοώ μια καινούρια μουσική. Τρουβέροι λέγονται οι αντίστοιχοι Γάλλοι μουσικοί που έζησαν όμως στη Βόρεια Γαλλία. Τα τραγούδια των τροβαδούρων ήταν κατά κύριο λόγο λυρικά, και κινήθηκαν κυρίως γύρω από τις θεματικές της προσωπικής περιπέτειας, του «ευγενούς έρωτα», της εξιδανίκευσης των σχέσεων. Αλλά και αυτός ο έρωτας παίρνει συχνά διάφορες μορφές μέσα στην κλειστού νοήματος γραφή που ήταν μια από τις κατευθύνσεις της ποίησης των τροβαδούρων. Τα αντίστοιχα των τρουβέρων διακρίνονταν για τον επικό χαρακτήρα τους, εξιστορώντας συχνά τις πολεμικές εκστρατείες της εποχής. Η διάκριση αυτή οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός πως οι τροβαδούροι ζούσαν στη Νότια Γαλλία, η οποία ήταν λιγότερο εκτεθειμένη σε επιδρομές και χαρακτηριζόταν εν γένει από ένα περισσότερο εκλεπτυσμένο πολιτισμό. Τόσο οι τροβαδούροι όσο και οι τρουβέροι αποτελούν απογόνους των αρχαίων ραψωδών ή των μεταγενέστερων τους βάρδων.

Ύστερη μεσαιωνική μουσική:

Ars Nova (Νέα Τέχνη):

Η αισθητική περίοδος της Ars Nova, κατά την ύστερη μεσαιωνική εποχή, αποτέλεσε το επόμενο βήμα στην καθιέρωση των νέων μουσικών κατακτήσεων που είχαν ξεκινήσει με την Αρχαία Τέχνη. Η μουσική παρουσιάζεται πιο απελευθερωμένη και επηρεασμένη από τη λαϊκή μουσική και το λειτουργικό μέλος. Οι μουσικές μορφές, αν και πολλές από αυτές είναι παλαιότερες, παρουσιάζονται ανανεωμένες.

Ιταλική Τέχνη:

Η Ιταλία ήταν η χώρα που αφομοίωσε τα στοιχεία της Νέας Τέχνης και με πρωτεργάτη τον τυφλό οργανίστα Φραντζέσκο Λαντίνι έδωσε νέες φόρμες, αντίστοιχες με τις γαλλικές, εμπλουτισμένες όμως με την ιταλική έμπνευση και ιδιοσυγκρασία.

Γαλλοφλαμανδική Σχολή:

Η ήττα στο Αζενκούρ και κατά συνέπεια η κατάκτηση της Γαλλίας από τους Άγγλους επηρέασε την εξέλιξη της πολυφωνικής μουσικής. Οι Άγγλοι φέρνουν στο Παρίσι δικούς τους μουσικούς ενώ οι Γάλλοι καταφεύγουν κυρίως στη Φλάνδρα (περιοχή που κάλυπτε το νότιο τμήμα της σημερινής Ολλανδίας, το βόρειο τμήμα του Βελγίου και το βορειανατολικό τμήμα της σημερινής Γαλλίας). Το κέντρο των μουσικών σπουδών είναι τώρα στις Μουσικές Εκκλησιαστικές Σχολές, οι σημαντικότερες από τις οποίες είναι στη Γαλλία, Αυστρία και Γερμανία, στις Αυλές των βασιλέων και ευγενών της Φλάνδρας και στη Σχολή του παπικού παρεκκλησίου της Ρώμης.

Σημαντικοί συνθέτες αυτής της εποχής ήταν οι: Τζων Ντάνστεϊμπλ, Γκυγιώμ Ντυφαί, Ζυλ Μπενσουά, Γιοχάνες Όκεγχεμ, Γιάκομπ Όμπρεχτ, Ζοσκέν ντε Πρε.

Τα μουσικά όργανα όλο αυτό το διάστημα παίζουν το ρόλο του απλού συνοδού, αφού όλοι οι συνθέτες γράφουν φωνητική μουσική.

Advertisements

Μεσαίωνας και Δύση : Ρομανική και Γοτθική Τέχνη

Και ενώ αφήνουμε πίσω μας την ανατολή και το Βυζάντιο, η δύση ψάχνει να βρει τον εαυτό της μετά τη διάλυση του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τις συνεχείς εισβολές Γότθων και Γερμανών και την απουσία σταθερού σημείου πολιτικής και πολιτισμικής αναφοράς. Στην ταραγμένη αυτή περίοδο και μέχρι την άνοδο του Καρλομάγνου στο θρόνο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του γερμανικού έθνους, που σηματοδοτούσε μια προσπάθεια αναβίωσης του μεγαλείου της παλιάς ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, λίγοι πυρήνες τέχνης κάνουν την εμφάνισή τους στο δυτικό ευρωπαϊκό χώρο, παράγοντας αντικείμενα τέχνης χωρίς «οικουμενικότητα» με την έννοια ότι ανταποκρίνονται στο γούστο και στις αισθητικές αξίες μεμονωμένων ομάδων και περιοχών.

Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η τέχνη των Κελτών στη Μεγάλη Βρετανία από τον 5ο μέχρι τον 8ο αιώνα, αλλά και η λεγόμενη «Μεροβίγγεια τέχνη», που άνθησε στην περιοχή της σημερινής Γαλλίας, Γερμανίας και Βελγίου από τον 5ο μέχρι τον 8ο αιώνα. Με την άνοδο του Καρλομάγνου, λαμβάνει χώρα στον τομέα των τεχνών και του πολιτισμούμια άνθηση, που διαρκεί από τα τέλη του 8ου ως και το τέλος του 9ου αιώνα. Την περίοδο αυτή παρατηρείται αυξημένο ενδιαφέρον για λογοτεχνική, καλλιτεχνική, αρχιτεκτονική και γενικότερα πνευματική παραγωγή με πρότυπα που αντλούνται και μιμούνται την αντίστοιχη παραγωγή του 4ου και 5ου αιώνα της χριστιανικής βυζαντινής αυτοκρατορίας. Σημαντικός αριθμός αρχιτεκτονημάτων εικονογραφημένων χειρόγραφων, έργων μεταλλοτεχνίας και μικροτεχνίας, αλλά και τοιχογραφικών και ψηφιδωτών διακοσμήσεων έχουν επιβιώσει στην εποχή μας, αποτελώντας μάρτυρες αυτής της καρολίνειας αναγέννησης. Στο ίδιο πνεύμα μιας αναγεννησιακού τύπου μίμησης αρχαιότερων προτύπων κινείται η τέχνη ανάμεσα στο 950 και 1050, περίοδο κατά την οποία την αυτοκρατορία του Καρλομάγνου διαδέχεται ως κυρίαρχο ευρωπαϊκό πολιτικό μόρφωμα η αυτοκρατορία υπό τη δυναστεία των Οθώνων στη Γερμανία.

Σημαντικότερες όμως εξελίξεις έμελλε να ακολουθήσουν στην ευρωπαϊκή τέχνη από τον 11ο και μέχρι τα τέλη του 14ου αιώνα. Η εμφάνιση του ρομανικού ρυθμού με τη νηφάλια δύναμή του και ακολούθως η κυριαρχία του γοτθικού στιλ με τις αριστοκρατικές, λεπτές και εκφραστικές του φόρμες επρόκειτο να αφήσουν τα ίχνη τους ανεξίτηλα στην ιστορική εξέλιξη του καλλιτεχνικού φαινομένου.

Κέλτικη Tέχνη

Κέλτικη Tέχνη

Κελτικό κράνος στο μουσείο του Λονδίνου

Κελτικό κράνος στο μουσείο του Λονδίνου

Μεροβίγγεια Tέχνη

Μεροβίγγεια Tέχνη

Μεροβίγγεια χειρόγραφα

Μεροβίγγεια χειρόγραφα

Ρομανική Τέχνη:

Εμφανίστηκε ως μια κίνηση προς αναβίωση μνημειακών μορφών, ιδιαίτερα στη γλυπτική και τη ζωγραφική. Ιδιαίτερη φροντίδα δόθηκε για τη διακόσμηση επιστυλίων, κιονόκρανων και άλλων αρχιτεκτονικών κατασκευών, ακρίβεια σχεδίου και περιορισμένες χρωματικές αποχρώσεις. Οι τέχνες αυτές αναπτύχθηκαν σε συνάρτηση με την αρχιτεκτονική, που χαρακτηρίστηκε από συμπαγείς κατασκευές, όπως πύργους, χοντρούς τοίχους, μεγαλειώδεις παραστάδες, τυφλά αψιδώματα, θόλους, σαφήνεια σχεδίου, συμμετρικότητα, κανονικότητα και απλότητα. Ο ρομανικός ναός ξεκάθαρα ήταν προορισμένος να δίνει την εντύπωση ενός κάστρου, που είναι ορατό από παντού και επιβάλλει στους πιστούς τη δύναμή του. Παράλληλα, έμφαση δόθηκε στην ανάδειξη του ρεαλισμού, που βασίστηκε σε μια απευθείας και αυθόρμητη παρατήρηση λεπτομερειών και παραστάσεων από την καθημερινή ζωή με γνώμονα το συναίσθημα και τη φαντασία. Ωστόσο, η κυριαρχία της καθολικής εκκλησίας επέβαλλε καθετί που δημιουργείται να είναι σαφές, ώστε να μεταδίδει επακριβώς το νόημα και το συμβολισμό του, σύμφωνα με τα διδάγματά της. Παρά τη σημασία της και τα εντυπωσιακά έργα της, η ρομανική τέχνη δεν είναι παρά μια περίοδος πειραματισμού, προκειμένου καλλιτέχνες και κοινωνίες να κατασταλάξουν στο πολιτισμικό και πνευματικό τους προσανατολισμό.

Η βασιλική του Αγίου Μιχαήλ Κολυμπήθρα του Ράινερ Βαν Χού

Γοτθική Τέχνη:

Το ίδιο σε γενικές γραμμές ισχύει και για τη γοτθική τέχνη, που ονομάστηκε έτσι στην αρχή της Αναγέννησης από λόγιους που θεωρούσαν την καλλιτεχνική παραγωγή των προηγούμενων αιώνων βαρβαρική ως προϊόν γοτθικών και βάρβαρων φύλων. Και αυτό γιατί μέχρι την περίοδο της Αναγέννησης, ήταν εμφανείς οι διαρκείς αναζητήσεις και αμφιταλαντεύσεις του δυτικού κόσμου να αναζητήσει και να κατακτήσει το κλασικό, το συνδετικό κρίκο δηλαδή με το μεγαλείο της αρχαιότητας. Σε κάθε περίπτωση, πλούσια είναι τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα της περιόδου με κύρια πεδία την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τη ζωγραφική.

Η γοτθική αρχιτεκτονική εμφανίστηκε το 12ο αι. κυρίως στην περιοχή της Γαλλίας και από εκεί επεκτάθηκε στη βόρεια Ευρώπη ως έκφραση του αστικού κέντρου που ευδοκιμεί πολιτιστικά και πνευματικά γύρω από ένα ναό, τον καθεδρικό, που ανάγεται έτσι στο σύμβολο της χριστιανικής πίστης αλλά και περηφάνιας της πόλης. Για το λόγο αυτό, στον επιβλητικό και περίοπτο γοτθικό ναό κυριαρχούν τα κάθετα στοιχεία, που αναδεικνύουν τη διάσταση του ύψους υποχρεώνοντας τον πιστό να σηκώσει με δέος και δισταγμό το βλέμμα του, είτε βρίσκεται στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό του ναού. Ο ναός αποκτά λεπτούς τοίχους και κίονες, οξυκόρυφες αψίδες, ιπτάμενες αντηρίδες, πανύψηλα κωδωνοστάσια. Τα παράθυρά του γίνονται μεγάλα σε μέγεθος και διακοσμούνται με πολύχρωμα γυαλιά, ώστε υπό την επίδραση του ηλιακού φωτός να δημιουργείται στο εσωτερικό ένα παιχνίδισμα λάμψεων και αντανακλάσεων. Γίνεται λοιπόν ένας ναός αέρινος και υπερβατικός, που υποχρεώνει τον πιστό να αντικρίσει σε αυτόν τον εξωπραγματικό και υπερκόσμιο Θεό, που αναπόφευκτα του προκαλεί συστολή και φόβο. Η αίσθηση αυτή ενισχύεται από τις περίτεχνες ανάγλυφες διακοσμήσεις, ιδιαίτερα στις προσόψεις, που επιτείνουν την εντύπωση του υπερφυσικού κόσμου, που αν και υφίσταται, δεν είναι κοντά στον άνθρωπο, δεν είναι απτός.

Στη ζωγραφική, η γοτθική τέχνη εκφράζεται κυρίως μετά τα μέσα του 13ου αι. μέσω τοιχογραφιών και πινάκων, ακολουθώντας πρότυπα της ίδιας περιόδου από το βυζαντινό κόσμο.

H Παναγία των Παρισίων.

H Παναγία των Παρισίων.

H Παναγία των Παρισίων

H Παναγία των Παρισίων

Simone Martini "Madonna"

Simone Martini «Madonna»

Giovanni Cimabue "Saint Francis"

Giovanni Cimabue «Saint Francis»

Duccio di Buoninsegna "Madonna"

Duccio di Buoninsegna «Madonna»

Γοτθικό ψηφιδωτό

Γοτθικό ψηφιδωτό

Γλυπτό Γοτθικής Τέχνης

Γλυπτό Γοτθικής Τέχνης

Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα

Κατά την αρχαϊκή και κλασική εποχή, ο όρος μουσική εννοούσε τον μουσικά προκαθορισμένο στίχο, όπως εμφανιζόταν στα διάφορα ποιητικά είδη και κυρίως στη λυρική ποίηση. Με τη σημερινή σημασία του όρου, η ενότητα μουσικής και λόγου άρχισε να κλονίζεται κατά το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα Π.Χ. και σε αυτό συνέτειναν διάφοροι παράγοντες όπως η εισαγωγή καινοτομιών στη σύνθεση του μέλους, η εκτεταμένη ανάπτυξη της δεξιοτεχνικής οργανικής εκτέλεσης, οι μεταβολές στον τρόπο εκφοράς της γλώσσας και η μετέπειτα απώλεια της προσωδίας της.

Η μουσική της Αρχαίας Ελλάδας ήταν ένα μείζον κομμάτι του αρχαιοελληνικού θεάτρου – μεικτές χορωδίες τραγουδούσαν για διασκεδαστικά, εορταστικά και πνευματικά δρώμενα. Χρησιμοποιούνταν μουσικά όργανα όπως, μεταξύ άλλων, ο αυλός, η λύρα, και ιδιαίτερα η κιθάρα. Η μουσική ήταν σημαντικό μέρος της αρχαιοελληνικής παιδείας, όπου τα αγόρια ξεκινούσαν μουσικές σπουδές από έξι χρονών. Η αρχαιοελληνική μουσική θεωρία περιελάμβανε τους τρόπους, οι οποίοι αποτέλεσαν βάση για τη δυτική θρησκευτική και κλασσική μουσική, κι επίσης χρησιμοποιούνται εκτενώς στη τζαζ. Αργότερα, η αρχαιοελληνική μουσική δέχτηκε επιρροές από τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή αυτοκρατορία, καθώς και από τη μουσική της ανατολικής Ευρώπης.

Οι αρχαίοι Έλληνες με τον ευφάνταστο στοχασμό τους έδιναν θεϊκή προέλευση στα πάντα και φυσικά και στη Μουσική. Έτσι, έπλασαν τις Μούσες, που ήταν στην αρχή θεές του τραγουδιού και κατοπινά της ποίησης και των άλλων τεχνών και επιστημών. Αυτές οι θεές, εννιά τον αριθμό, ήταν κόρες του Δία και της Μνημοσύνης. Κατά τον Ησίοδο, είχαν γεννηθεί στην Πιερία μα κατοικούσαν στον Όλυμπο για να διασκεδάζουν στα συμπόσια τους θεούς.

Πέρα όμως από τη μυθολογία, η μουσική της Αρχαίας Ελλάδας συνηθίζεται να περιβάλλεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί αποτελεί το βασικό συστατικό στοιχείο ενός πολιτισμού που επηρέασε άμεσα όχι μονάχα την αισθητική και τη φιλοσοφία των μεταγενέστερων εξελίξεων της μουσικής στην Ευρώπη, αλλά και την τεχνική υποδομή της (πολλές θεωρητικές κωδικοποιήσεις της ευρωπαϊκής μουσικής του Μεσαίωνα θα αναζητήσουν τις πηγές τους στη μουσική της Αρχαίας Ελλάδας π.χ. η παραεφθαρμένη μεταφορά του τροπικού συστήματος). Από την αρχαία ελληνική μουσική δε διασώθηκαν μέχρι σήμερα παρά ελάχιστα γραπτά μουσικά αποσπάσματα ενώ οι θεωρητικές γνώσεις μας για τον τρόπο με τον οποίο παιζόταν είναι μηδαμινές.

Από την αρχαία γραμματεία μαθαίνουμε ότι στην Αρχαία Ελλάδα η μουσική εξυψώνεται στο επίπεδο μιας ελεύθερης τέχνης ανεξάρτητης από την ποίηση, αν και τις περισσότερες φορές συνυπάρχει με αυτή και βασικά στοιχεία της (π.χ. ο ρυθμός) υπαγορεύονται από την ποίηση και τέλος η μουσική αποτελεί αναγκαία εμπειρία στη διαπαιδαγώγηση των νέων. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης και άλλοι φιλόσοφοι εμβαθύνουν στην αισθητική και ψυχολογία της μουσικής και διαμορφώνουν τη θεωρία του ήθους ή ηθική θεωρία της μουσικής, που διαπραγματεύεται την επίδραση της μουσικής στη συναισθηματική και ψυχική σφαίρα του ανθρώπου. Σύμφωνα με τη θεωρία του ήθους ή αλλιώς ηθική θεωρία της μουσικής, σε κάθε ρυθμική και μελωδική κίνηση υπάρχει μια ανάλογη συναισθηματική αντίδραση, με την έννοια ότι η μουσική μπορεί να επιδράσει στον άνθρωπο είτε θετικά παροτρύνοντάς τον σε μια ενέργεια της βούλησής του είτε αρνητικά αποτρέποντάς τον από μια ενέργεια της βούλησής του είτε τέλος απονεκρώνοντας τη βούλησή του.

Η Ακμή της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης

Με την είσοδο στην κατεξοχήν ιστορική περίοδο, που τοποθετείται γύρω στο 1100 Π.Χ. ξεκινά η πορεία της ελληνικής τέχνης προς τη μέγιστη ακμή της, προς την περίοδο εκείνη δηλαδή που χαρακτηρίστηκε παγκοσμίως ως κλασική, αποτελώντας διαχρονικά σημείο αναφοράς για κάθε καλλιτεχνική δημιουργική έκφραση. Στον ελληνικό κόσμο κυριαρχούσε η πόλη-κράτος, στην οποία κυρίαρχο ρόλο έπαιζε μια μορφωμένη και πλούσια αριστοκρατική κοινωνική τάξη. Παράλληλα, ο άνθρωπος ως ατομικότητα τίθεται στο κέντρο του πολιτισμού, ενώ η ανάπτυξη του φιλοσοφικού στοχασμού αναπόφευκτα αντανακλάται στα καλλιτεχνικά δημιουργήματα.

Αρχιτεκτονική:

Ως άμεση συνέπεια, η αρχιτεκτονική έρχεται να υπηρετήσει τον Έλληνα στις βασικές του ανάγκες όπως υπαγορεύονται από τις νέες εξελίξεις. Για το λόγο αυτό, η ελληνική πόλη πλέον αναπτύσσεται γύρω από τρεις πόλους. Την αγορά, το κέντρο της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής. Τον ναό αφιερωμένο στην προστάτρια θεότητα της πόλης, γύρω από τον οποίο αναπτύσσονταν τα κυριότερα θρησκευτικά και λειτουργικά δρώμενα. Και τέλος, το θέατρο, τόπο διασκέδασης και ψυχαγωγίας. Από τους τρεις αυτούς πόλους, η αρχιτεκτονική αναπτύχθηκε περισσότερο σε συνάρτηση με το θρησκευτικό κέντρο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο πληθώρας εξαιρετικών θρησκευτικών κτιρίων. Στα κτίρια αυτά βρήκαν πεδίο εφαρμογής οι τρεις ελληνικοί ρυθμοί, ο δωρικός, ο ιωνικός και αργότερα ο κορινθιακός.

Γλυπτική:

Σε συνάρτηση με την αρχιτεκτονική αναπτύχθηκε η τέχνη της γλυπτικής. Σημείο τομής στην πορεία της ελληνική γλυπτικής είναι ο 8ος αι. π.Χ., εποχή όπου οι Έλληνες κατασκευάζουν κολοσσιαία αγάλματα υπό την επιρροή ανατολικών λαών της Μεσοποταμία και της Αιγύπτου. Βασικά υλικά είναι το μάρμαρο, αλλά και ο ασβεστόλιθος και ο πωρόλιθος. Έτσι, οι Έλληνες κατασκευάζουν περίοπτα αγάλματα, που ναι μεν είναι μετωπικά και στιβαρά, όπως τα ανατολικά τους πρότυπα, ωστόσο ενσωματώνουν τον ελληνικό δυναμισμό και την τάση προς δημιουργική καινοτομία. Στην πορεία, τα αγάλματα, που πρέπει να αναφερθεί ότι ήταν πολύχρωμα και όχι λευκά, αποκτούν φυσικές διαστάσεις και ενσωματώνουν μια ελληνική πρωτοτυπία, το λεγόμενο αρχαϊκό μειδίαμα, το οποίο στοχεύει στο να προσδώσει στις μορφές τη χαρά της ζωής στην πλήρη της ενεργητική κατάφαση. Με την είσοδο στον 5ο αι. π.Χ., η κατάσταση στο πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας αρχίζει να διαφοροποιείται με την καθιέρωση του δημοκρατικού πολιτεύματος, γεγονός που μεταξύ άλλων ωθεί τους καλλιτέχνες στην απομάκρυνση από τον τύπο του αριστοκρατικού κούρου και στην καθιέρωση ενός στιλ περισσότερο νατουραλιστικού. Σταδιακά μάλιστα, οι καλλιτέχνες γίνονται περισσότερο τολμηροί, αφού αναζητούν τρόπους και τεχνικές λύσεις ώστε να απεικονίσουν το ανθρώπινο σώμα σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη κίνηση και με οργανική σύνθεση των επιμέρους τμημάτων του. Τα γλυπτά λοιπόν αποκτούν συνεχώς και μεγαλύτερη κίνηση, τόσο υπάρχουσα όσο και υποβόσκουσα, δηλαδή αποτύπωση της στιγμής εκείνης πριν από την έναρξη της κίνησης, που είναι γεμάτη ζωή και ενέργεια. Προς το τέλος του 5ου αι. π.Χ., τα στοιχεία αυτά βρίσκονται σε πλήρη ανάπτυξη, οι καλλιτέχνες έχουν εξοικειωθεί με την αναζήτηση της ευρυθμίας και της φυσικότητας, ενώ οι μορφές γίνονται γαλήνιες και κλασικές. Ριζικές πολιτικές εξελίξεις προς το τέλος του 4ου αι. π.Χ. δημιουργούν νέο έδαφος για εξέλιξη στην ελληνική γλυπτική. Ας μην ξεχνούμε ότι ο Αλέξανδρος έχει κατακτήσει την Περσία και παρά τη βραχεία ζωή της δικής του αυτοκρατορίας, έχει δημιουργήσει τις βάσεις ενός κοσμοπολιτισμού, μιας αντίληψης της ζωής για ένα άνθρωπο που ζει στον κόσμο, επηρεάζει και επηρεάζεται, αλλάζει, μεταβάλλεται. Η γλυπτική λοιπόν ξεπερνά τα όρια και τον εαυτό της και αρχίζει να γίνεται εξαιρετικά νατουραλιστική. Η ανάγκη για φυσική τελειότητα υποχωρεί και εμφανίζεται η τάση για ρεαλιστικά πορτρέτα ανθρώπων, που χαίρονται, που υποφέρουν, που πονούν, που βιώνουν ως άνθρωποι τη ζωή τους.

Ζωγραφική – Αγγειογραφία:

Το αρχαίο ελληνικό θαύμα δεν περιορίστηκε μόνο στις παραπάνω τέχνες, αλλά συνδέθηκε και με την κατεξοχήν ελληνική τέχνη, τη ζωγραφική. Δυστυχώς, η χρονική απόσταση οδήγησε στη φθορά και την καταστροφή το συντριπτικό κομμάτι της εντοίχιας ζωγραφικής με εξαίρεση την ταφική ζωγραφική των λεγόμενων Μακεδονικών Τάφων. Το κενό όμως αναπληρώνεται από την πολύ πλούσια αγγειογραφία που έχει διασωθεί, δείγμα ενός πολιτισμού που συνεχώς μπορεί να μας εκπλήσσει με τα κατορθώματά του. Η σημασία μάλιστα της αγγειογραφίας έγκειται στο ότι μέσω αυτής τα αγγεία δεν φαίνεται να είχαν μόνο πρακτικό ρόλο, αλλά και ψυχαγωγικό, αφηγηματικό και πληροφοριακό. Ήταν δηλαδή ένα είδος εικονογραφημένου βιβλίου, που μπορεί να έφερε διακόσμηση στο σύνολό του, στα σώμα, στους ώμους, στο λαιμό, στη βάση. Όσον αφορά στην τεχνική της αγγειογραφίας, είναι φανερό ότι οι αγγειογράφοι ακολουθούν κατά περιόδους συγκεκριμένους κανόνες αναφορικά με την απεικόνιση των μορφών σε πεδία όπως οι αναλογίες, τα σωματικά χαρακτηριστικά, οι  χειρονομίες και οι εκφράσεις του προσώπου. Έτσι, δημιουργήθηκαν οι βασικοί ρυθμοί της ελληνικής αγγειογραφίας, που είναι ο γεωμετρικός ρυθμός, ο μελανόμορφος ρυθμός, και ο ερυθρόμορφος ρυθμός. Τέλος, ιδιαίτερη ομάδα αποτελούν τα λευκά αγγεία, η διακόσμηση των οποίων γίνεται με πολύχρωμες συνθέσεις πάνω σε λευκό ή κιτρινωπό επίχρισμα.

Δωρικός Ρυθμός

Δωρικός Ρυθμός

Ιωνικός Ρυθμός

Ιωνικός Ρυθμός

Κορινθιακός Ρυθμός

Κορινθιακός Ρυθμός

The Lady of Auxerre

The Lady of Auxerre

Κροίσος ή Κούρος

Κροίσος ή Κούρος

Πεπλοφόρος ή Κόρη

Πεπλοφόρος ή Κόρη

Ο Δισκοβόλος του Μύρωνα

Ο Δισκοβόλος του Μύρωνα

Το Παιδί του Κριτίου

Το Παιδί του Κριτίου

Ο Ερμής του Πραξιτέλη

Ο Ερμής του Πραξιτέλη

Το Σύμπλεγμα του Λακοόντος

Το Σύμπλεγμα του Λακοόντος

Μακεδονικός Τάφος

Μακεδονικός Τάφος

Αγγείο

Αγγείο

Μελανόμορφος Ρυθμός

Μελανόμορφος Ρυθμός

Ερυθρόμορφος Ρυθμός

Ερυθρόμορφος Ρυθμός

Γεωμετρικός Ρυθμός

Γεωμετρικός Ρυθμός

Λευκά Αγγεία

Λευκά Αγγεία

Προϊστορία: Μουσική – Χορός – Θέατρο

Πριν αφήσουμε την Προϊστορία και περάσουμε στην Ιστορία και αφού γνωρίσαμε την Αρχιτεκτονική, την Γλυπτική και την Ζωγραφική της εποχής εκείνης, θα κάνουμε και μία αναφορά για άλλες τρεις Τέχνες, με όσα στοιχεία διαθέτουμε. Οι Τέχνες αυτές, είναι η Μουσική, ο Χορός και το Θέατρο.

Μουσική:

Εικασίες για τη μουσική αυτής της εποχής βασίζονται σε ευρήματα που προέρχονται από διάφορους παλαιολιθικούς αρχαιολογικούς χώρους, όπως οστά με επιμήκεις τρύπες. Μουσικά όργανα, όπως αυλοί με επτά τρύπες και έγχορδα όργανα έχουν βρεθεί σε αρχαιολογικούς χώρους του πολιτισμού της κοιλάδας του Ινδού. Η Ινδία έχει μία από τις παλαιότερες μουσικές παραδόσεις του κόσμου – αναφορές στην ινδική κλασσική μουσική μπορούν να βρεθούν σε αρχαίες ιερές γραφές της Ινδουιστικής παράδοσης. Οι αρχαιότερες συλλογές προϊστορικών μουσικών οργάνων έχουν βρεθεί στην Κίνα και χρονολογούνται μεταξύ των 7000 και 6600 Π.Χ.

Χορός:

Αρχαιολογικά στοιχεία για την Τέχνη του χορού, περιλαμβάνονται σε 9.000 χρόνων τοιχογραφίες στην Ινδία στις Βραχοσκεπές της Bhimbetka , και σε αιγυπτιακές τοιχογραφίες τάφων που απεικονίζουν φιγούρες, το 3300 Π.Χ.
Πριν ακόμα από την εφεύρεση της γραπτής γλώσσας, ο χορός ήταν η πιο σημαντική μέθοδος που περνούσε ιστορίες από γενιά σε γενιά. Η χρήση του χορού λάμβανε χώρο σε εκστατικές καταστάσεις και σε θεραπευτικές τελετουργίες, όπως και σήμερα σε πολλούς πολιτισμούς.
Στην κινέζικη κεραμική από τη δεκαετία του Νεολιθικής περιόδου ομάδες ανθρώπων απεικονίζονται να χορεύουν σε μια γραμμή κρατώντας τα χέρια. Η πρώτη κινεζική λέξη για το «χορό» βρίσκεται γραμμένο στα οστά ζώων που χρησιμοποιούνταν στα μαντεία. Ο πρωτόγονος χορός στην αρχαία Κίνα συνδέθηκε με τη μαγεία και σαμανικές τελετές.

Τοιχογραφία Χορού, Αίγυπτος

Τοιχογραφία Χορού, Αίγυπτος

Βραχοσκεπές της Bhimbetka, Ινδία

Βραχοσκεπές της Bhimbetka, Ινδία

Κινέζικος Χορός σε Κεραμικό

Κινέζικος Χορός σε Κεραμικό

Ο Χορός στον Προϊστορικό Ελλαδικό Χώρο

Θέατρο:

Η Δωδώνη ως αρχαιολογική θέση σύμφωνα με τις αρχαιολογικές μαρτυρίες φέρεται να είναι ενεργή ήδη από την εποχή του Χαλκού, επικεντρωμένη στη λατρεία της Γαίας ή άλλης θηλυκής γονιμικής θεότητας. Η λατρεία του Δία εισήχθη στη Δωδώνη αργότερα από τους Σελλούς, για να εξελιχθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα σε κυρίαρχη λατρεία.

Δεν έχουμε όμως αναφορές για το τι και αν διαδραματιζόταν κάτι στον χώρο αυτόν.

Θέατρο Δωδώνης

Θέατρο Δωδώνης

Γαία

Γαία

Ρωμαϊκή Τέχνη – Μετά Ετρούσκων Εποχή

Με τις καταβολές των Ετρούσκων και υπό την καθοριστική επίδραση των Ελλήνων, με τους οποίους ήρθαν σε στενή επαφή μετά την κατάκτησή τους (146 Π.Χ.), οι Ρωμαίοι αναδείχθηκαν όχι μόνο ως το κυρίαρχο πολιτικό και στρατιωτικό μόρφωμα της εποχής τους, αλλά και ως πρωτοπόρα δύναμη στο πεδίο των γραμμάτων και των τεχνών.

Βασικός τομέας στον οποίο αμέσως επιδόθηκαν ήταν η αρχιτεκτονική με την κατασκευή έργων κοινής ωφελείας και ιδιαίτερα δρόμων και υδραγωγείων, αλλά και με τη δημιουργία μνημειακών συνόλων όπως αγορές, αμφιθέατρα και ναούς. Στόχος της αρχιτεκτονικής τους δεν ήταν αποκλειστικά η ικανοποίηση πρακτικών αναγκών, αλλά και η προβολή σε όλους της δύναμης, της αποτελεσματικότητας, της ικανότητας και της κυριαρχίας του ρωμαϊκού κράτους, που εξασφάλιζε την ευτυχία και ευημερία των πολιτών.

Οι Ρωμαίοι αρχιτέκτονες ανέπτυξαν τεχνικές και τρόπους ώστε να μπορούν να συνδυάζουν σε ένα έργο διάφορα στοιχεία όπως τόξα, θόλους, πεσσούς και κίονες σε αναλογίες που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί μέχρι τότε. Δείγμα αυτής της πρωτοπορίας είναι το επιβλητικό Κολοσσαίο της Ρώμης. Στην κάτοψή του, το επιβλητικό αυτό κτίριο των 50000 θεατών έχει σχήμα οβάλ με μέγιστη διάμετρο 190 περίπου μέτρα, ενώ το ύψος του φτάνει περίπου τα 50 μέτρα. Στους εξωτερικούς τοίχους ανοίγονται 80 τόξα σε τρεις ορόφους, καθένας από τους οποίους φέρει κίονες διαφορετικού ρυθμού (ιωνικού, κορινθιακού και τοσκανικού-παραλλαγή του δωρικού). Στον τελευταίο, τέταρτο όροφο, ανοίγονται μόνο παράθυρα.

Το αριστούργημα όμως της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής αυθεντικότητας και έμπνευσης ήταν το Πάνθεον της Ρώμης. Το οικοδόμημα αποτελείται από ένα κυλινδρικό κέλυφος, επί του οποίου οι Ρωμαίοι αρχιτέκτονες μπόρεσαν να στηρίξουν έναν τεράστιο θόλο διαμέτρου 43 μέτρων, επιδεικνύοντας το ανώτατο επίπεδο των τεχνικών τους κατακτήσεων.

Οι Ρωμαίοι καλλιτέχνες αναδείχθηκαν πρωτοπόροι και στην τέχνη της ζωγραφικής. Τα πλέον όμορφα και καλύτερα διατηρημένα δείγματα ρωμαϊκής ζωγραφικής προέρχονται από το Ερκουλάνουμ, την Πομπηία και την Όστια. Περίτεχνες ψηφιδωτές συνθέσεις, τόσο επιδαπέδιες όσο και εντοίχιες, αλλά και πολύχρωμες και επιτηδευμένες τοιχογραφίες διακοσμούν σπίτια, ανάκτορα και δημόσια κτίρια και μαρτυρούν την αισθητική του ρωμαϊκού λαού. Τα μοτίβα προέρχονται απευθείας από την ελληνιστική περίοδο, μαρτυρούν αφηγηματική και παιχνιδιάρικη διάθεση ενός κοινού που αγαπά το ωραίο, το ιδεατό, το υπερκόσμιο.

Υπό την επίδραση της ελληνικής τέχνης, οι Ρωμαίοι επιδόθηκαν και στη γλυπτική, παράγοντας μάλιστα σε μεγάλη έκταση αντίγραφα παλαιότερων ελληνικών έργων. Οι Ρωμαίοι αξιοποίησαν και την τέχνη του ανάγλυφου προκειμένου να παρουσιάσουν στο ευρύ κοινό τους σημαντικά ιστορικά και μυθολογικά γεγονότα, αλλά και σκηνές από το βίο σημαντικών προσωπικοτήτων. Η λειτουργία αυτή της γλυπτικής ήταν ιδιαίτερα σημαντική, καθώς εξυπηρετούσε την ανάγκη ανύψωσης των σημαντικότερων κρατικών προσωπικοτήτων (αυτοκρατόρων, υπάτων, στρατηγών κτλ) στο επίπεδο του υπερφυσικού και του ιδεατού, δίνοντας σε αυτούς θεία νομιμοποίηση και εξαναγκάζοντας τους πολίτες και υφισταμένους να υπακούουν αδιαμαρτύρητα στα κελεύσματά τους.

Η Ρωμαϊκή Αγορά

Η Ρωμαϊκή Αγορά

Το Κολοσσαίο της Ρώμης

Το Κολοσσαίο της Ρώμης

Το Πάνθεον της Ρώμης

Το Πάνθεον της Ρώμης

Επιδαπέδιο Ψηφιδωτό

Επιδαπέδιο Ψηφιδωτό

Εντοίχιο Ψηφιδωτό - Η Μάχη στην Ισσό

Εντοίχιο Ψηφιδωτό – Η Μάχη στην Ισσό

Τοιχογραφία - Έπαυλη των Μυστηρίων

Τοιχογραφία – Έπαυλη των Μυστηρίων

Ο Απόλλων του Belvedere

Ο Απόλλων του Belvedere

Ο Κίονας του Τραϊανού_

Ο Κίονας του Τραϊανού_

Ο Κίονας του Τραϊανού

Ο Κίονας του Τραϊανού

Η Αψίδα του Γαλερίου - Θεσσαλονίκη (Καμάρα)

Η Αψίδα του Γαλερίου – Θεσσαλονίκη (Καμάρα)

Ρωμαϊκή Τέχνη – Ετρούσκοι

Η μελέτη της τέχνης των Ρωμαίων δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά στην χρονική περίοδο της ακμής της αυτοκρατορίας τους (4ος αι. Π.Χ. – 5ος αι. Μ.Χ), αλλά πρέπει να ανατρέξει στις δημιουργικές καταβολές του πολιτισμού τους. Στον εξαιρετικό Ετρουσκικό πολιτισμό, που αποτέλεσε το υπόβαθρο.

Οι Ετρούσκοι ήταν ιδιαίτερα επιδέξιοι στην κατασκευή αρχιτεκτονημάτων δημόσιας χρήσης και κοινής ωφέλειας, κατασκευάζοντας εντυπωσιακά τείχη με πύλες, πολύπλοκα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, αλλά και εκτεταμένες νεκροπόλεις με περίτεχνους θολωτούς τάφους, ενίοτε και τοιχογραφικές διακοσμήσεις με θέματα από τη ζωή του νεκρού.

Επιπλέον, πλούσια είναι και η καλλιτεχνική παραγωγή τους σε αντικείμενα από τερακότα, υλικού πλούσιου στην περιοχή τους. Από τερακότα έφτιαχναν κυρίως αγάλματα, που τα διακοσμούσαν με χρώματα, ενώ έχει βρεθεί και μια πληθώρα από τεφροδόχους, το καπάκι των οποίων ήταν διαμορφωμένο ως νεκρικό πορτρέτο.

Ακόμα, από τερακότα έφτιαχναν σαρκοφάγους, το πάνω μέρος των οποίων ήταν διαμορφωμένο ώστε να απεικονίζει ολόγλυφες μορφές παντρεμένων ζευγαριών σε μια κατάσταση μακαριότητας μετά το θάνατο. Τέλος, περιορισμένες αλλά αξιόλογες είναι και οι προσπάθειές τους στη μεταλλοτεχνία.

Τοιχογραφία Τάφου

Τοιχογραφία Τάφου

Τεφροδόχος

Τεφροδόχος

Πύλη της Αψίδας - Porta dell’Arco

Πύλη της Αψίδας – Porta dell’Arco

Θολωτοί Τάφοι

Θολωτοί Τάφοι

Σαρκοφάγος

Σαρκοφάγος

Chimera of Arezzo

Chimera of Arezzo

Η Τέχνη στην Άπω Ανατολή – Ιαπωνία

Ιαπωνία:

Στην αρχιτεκτονική, κυριαρχεί και εδώ ο τύπος της Παγόδας. Οι Ιάπωνες αρέσκονται στην κατασκευή ξύλινων ναών και γενικότερων αρχιτεκτονημάτων. Επίσης, μεγάλη έμφαση δίνεται στις διακοσμητικές λεπτομέρειες των κτιρίων, αφού οι όψεις εξωραΐζονται τόσο με το βερνίκωμα όσο και με την επιχρύσωση του ξύλου, ενώ ιδιαίτερα συχνά οι επιφάνειες είναι σμιλευμένες, ώστε να διαμορφώνουν μορφές και συνθέσεις εξαιρετικής φαντασίας και τεχνικής.

Παράλληλα με την αρχιτεκτονική, αναπτύχθηκε στην Ιαπωνία η ζωγραφική, που αποτελεί και την πλέον αγαπητή τέχνη των κατοίκων, ακόμα και σήμερα. Βασικοί παράγοντες ώθησης της τέχνης αυτής, την οποία οι καλλιτέχνες ασκούσαν με φαρδιά πινέλα κυρίως, ήταν καλλιτεχνικά ρεύματα, τα οποία εκπορεύονταν οι τάσεις και οι αρχές της δημιουργίας και τα οποία διαδέχονταν χρονολογικά το ένα το άλλο.

Η ανάπτυξη της γλυπτικής δεν ακολούθησε την ακμή της ζωγραφικής, καθώς για τους Ιάπωνες δεν θεωρούνταν ιδιαίτερα εκφραστική. Έτσι, η γλυπτική συνδέθηκε κυρίως με τη θρησκεία του Βουδισμού.

Τέλος, ιδιαίτερη ακμή γνώρισε και η κατασκευή εφυαλωμένων κεραμικών, αλλά και πορσελάνινων αντικειμένων, με τα ιαπωνικά έργα να θεωρούνται ανάμεσα στα κορυφαία καλλιτεχνήματα της παγκόσμιας παραγωγής.

Edo Art

Edo Art

Edo Art_

Edo Art_

Jomon Art

Jomon Art

Jomon Period

Jomon Period

Kamakura Art

Kamakura Art

Kamakura Art_

Kamakura Art_

Muro - Ji Pagoda

Muro – Ji Pagoda

Ιαπωνική Κεραμική Τέχνη

Ιαπωνική Κεραμική Τέχνη

Κούπα από Πορσελάνη

Κούπα από Πορσελάνη

Η Τέχνη στην Άπω Ανατολή – Κίνα

Κίνα:

Ο Βουδισμός έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη των τεχνών και στην Κίνα, στην οποία διαδόθηκε μετά τα μέσα του 1ου αι. Έτσι, ο βασικός αρχιτεκτονικός τύπος της Στούπα εισήχθη στη θρησκευτική κινεζική αρχιτεκτονική, με βασικό ωστόσο υλικό κατασκευής το ξύλο και διακοσμημένος με επιχρυσωμένες κολώνες που επιστέφονταν από το κατεξοχήν κινεζικό σύμβολο, το Δράκο. Σημείο κατατεθέν όμως της κινεζικής αρχιτεκτονικής έγινε η παγόδα, ένας τύπος μακρόστενης κατασκευής και μεγάλου ύψους.
Ακόμα, οι Κινέζοι δημιούργησαν ένα είδος ιδιαίτερου θριαμβικού τόξου, που είναι γνωστό ως Πάιφανγκ ή Πάιλου. Ήταν κατασκευασμένο κυρίως από πέτρα ή ξύλο, ενώ δεν λείπουν και οι επενδύσεις με πολύτιμα μέταλλα, αλλά και με εγχάρακτες ή γλυπτές διακοσμήσεις, που συνδέονται συνήθως με ένα τιμώμενο πρόσωπο. Θεωρείται ότι η διαβάθμιση του ύψους των ανοιγμάτων αντανακλά τη διαστρωμάτωση της κινεζικής κοινωνίας.
Ανέπτυξαν πλήθος καλλιτεχνικών πρωτοβουλιών σε πάρα πολλούς τομείς όπως στην κεραμική, στην υαλουργία, στην κατασκευή σμάλτων, έργων μικροτεχνίας και ιδιαίτερα πορσελάνινων αντικειμένων.
Τον 12ο Αιώνα η Κίνα βασίζεται σε μια ζωγραφική με έντονα συμβολικές προεκτάσεις, που πραγματεύεται τόσο ανθρώπινες μορφές όσο και τοπία σε μια αναζήτηση ευγενούς μεγαλείου, υψηλής τεχνικής και έντονου συναισθήματος. Οι τάσεις αυτές φαίνεται ότι διαφοροποιούνται από τα μέσα του 17ου αι., οπότε και στη ζωγραφική επικρατεί περισσότερο ο νατουραλισμός, αλλά και οι πολύχρωμες φανταχτερές συνθέσεις με διακοσμητικό χαρακτήρα.

Paifang

Paifang

Πορσελάνινος Πύργος της Νανζίνγκ

Πορσελάνινος
Πύργος της Νανζίνγκ

Γυάλινο Δοχείο

Γυάλινο Δοχείο

Κινέζικη Καλλιγραφία

Κινέζικη Καλλιγραφία

Κινέζικο Βάζο

Κινέζικο Βάζο

Παγόδα

Παγόδα

Πίνακας Ζωγραφικής

Πίνακας Ζωγραφικής_

Η Τέχνη στην Άπω Ανατολή – Ινδία

Ινδία:

Ξεχωριστό μυστήριο και έντονη γοητεία ασκούσε πάντα στο δυτικό άνθρωπο ο κόσμος της μακρινής και άπω ανατολής, ένας κόσμος γεμάτος διαφορετικές συνήθειες, έθιμα και παραδόσεις. Δεσπόζουσα θέση στον κόσμο αυτό καταλαμβάνει ο πολιτισμός της Ινδίας, ο οποίος αναπτύχθηκε στην περιοχή των ποταμών Γάγκη και Γιούμα. Σταθμό στην ιστορία των Ινδιών αποτελεί η περίοδος ανάμεσα στο 600 και 540 π.Χ., όπου η παραδοσιακή λατρεία των Βραχμάνων υποχώρησε μπροστά στη δυναμική των κηρυγμάτων του Βούδα. Με την επικράτηση του Βουδισμού, αναπτύχθηκε στην Ινδία η μνημειακή τέχνη με πληθώρα κτιρίων να κατασκευάζονται προκειμένου να φυλάξουν κειμήλια της βουδιστικής θρησκευτικής ζωής. Η ανάπτυξη της αρχιτεκτονικής αυτού του είδους περιελάμβανε κατά πρώτον κτίρια μικρών σχετικά διαστάσεων σε σχήμα τύμβου, τα οποία συνήθως περιβάλλονταν από κολώνες γνωστά ως Στούπα.
Επιπλέον, ένα δεύτερο αρχιτεκτονικό επίτευγμα των Ινδών υπό την επιρροή της βουδιστικής λατρευτικής ζωής είναι η μορφοποίηση του εσωτερικού σπηλαίων ως ναών. Στους χώρους αυτούς, οι οροφές λειαίνονταν και ο φυσικός βράχος διαμορφωνόταν σε σειρές κιόνων, που κατέληγαν σε μια μικρή Στούπα. Πολύ συχνά ο χώρος διακοσμούνταν και με ανάγλυφα ιερέων μορφών και ζώων, όπως ελέφαντες.
Η αγάπη των Ινδών για την τέχνη της αρχιτεκτονικής αποδεικνύεται και με την κατασκευή μεγαλοπρεπών ναών, που χαρακτηρίζονται από πλούτο και ομορφιά και είναι αφιερωμένοι τόσο στη βουδιστική όσο και στη βραχμανική-ινδουιστική παράδοση, όπως επίσης και με την κατασκευή παλατιών.

Στον τομέα της γλυπτικής, οι Ινδοί επικεντρώνονται στην παραγωγή κυρίως αγαλμάτων του Βούδα. Υπό την επίδραση του Ινδουισμού αναπτύχθηκε και η απόδοση φανταστικών και τρομακτικών θεμάτων και μορφών, που αναπτύσσονται κυρίως στις εξωτερικές και εσωτερικές επιφάνειες των ναών.

Στη ζωγραφική, δημιουργούν τοιχογραφικές διακοσμήσεις, που απεικονίζουν μάχες και κυνήγια, όπως επίσης και μικρογραφιών χειρόγραφων, όπου είναι έντονη η ποιητική διάθεση, η χάρη και η τρυφερότητα σε σκηνές παρμένες από την καθημερινή και θρησκευτική ζωή.

Buddha

Buddha

The Great Stupa

The Great Stupa

Θεά Ναρασίμα

Θεά Ναρασίμα

Ναός του Σίβα

Ναός του Σίβα

Το Παλάτι του Γκβαλιόρ

Το Παλάτι του Γκβαλιόρ

Τοιχογραφία Τοιχογραφία- Τοιχογραφία_